Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
δ

Όπως επισημαίνουν σε ανάλυσή τους οι New York Times, σε νέα ιδιαίτερα δύσκολη φάση εισέρχονται οι σχέσεις του Ντόναλντ Τραμπ με τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι, καθώς η τελευταία σύγκρουσή τους επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο περιορισμού της αμερικανικής στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία.

Η αντιπαράθεση προκαλεί προβληματισμό στο Κίεβο, το οποίο, παρά την ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής του παραγωγής, εξακολουθεί να χρειάζεται τις Ηνωμένες Πολιτείες σε κρίσιμους επιχειρησιακούς τομείς. Η πρόσβαση σε πληροφορίες, δορυφορικές υπηρεσίες και συστήματα αεράμυνας παραμένει καθοριστική τόσο για τις επιχειρήσεις στο μέτωπο όσο και για την προστασία των αμάχων.

Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει επανειλημμένα εκφράσει δυσπιστία απέναντι στον Ζελένσκι, διατηρώντας παράλληλα ανοιχτή τη διάθεση προσέγγισης με τον Βλαντίμιρ Πούτιν. Μέχρι πρόσφατα, πάντως, ο Ουκρανός πρόεδρος κατόρθωνε να διαχειρίζεται τις εντάσεις, στηρίζοντας τις ειρηνευτικές πρωτοβουλίες της Ουάσιγκτον και ευχαριστώντας δημοσίως τον Τραμπ για την ηγεσία του.

Αυτή τη φορά, η κρίση εμφανίζεται βαθύτερη, ενώ η προσέγγιση των αμερικανικών ενδιάμεσων εκλογών προσθέτει πολιτική πίεση στις αποφάσεις του Λευκού Οίκου.

Οι εξελίξεις που πυροδότησαν τη σύγκρουση

Μια σειρά αποφάσεων και δηλώσεων επιβάρυνε περαιτέρω το κλίμα μεταξύ των δύο πλευρών.

Ο Τραμπ συνέδεσε την άνοδο των τιμών του ντίζελ με τον πόλεμο της Ρωσίας στην Ουκρανία, την ώρα που ειδικοί στην ενέργεια απέδιδαν τις βασικές πιέσεις στις τιμές στον πόλεμο των Ηνωμένων Πολιτειών εναντίον του Ιράν.

Ακολούθησε η προσωρινή άρση κυρώσεων στις πωλήσεις ρωσικού ντίζελ, με στόχο τη συγκράτηση του κόστους των καυσίμων. Η αποτελεσματικότητα της κίνησης αμφισβητείται, ενώ εκφράζεται η εκτίμηση ότι προσφέρει οικονομική διέξοδο στη Μόσχα.

Πρόσθετη ένταση προκάλεσε η μονομερής ανακοίνωση μιας «ενεργειακής εκεχειρίας», την οποία ο Αμερικανός πρόεδρος παρουσίασε ως συμφωνία περιορισμού των πληγμάτων σε ενεργειακές υποδομές. Η πρωτοβουλία θεωρήθηκε ευνοϊκότερη για τη ρωσική πλευρά, ενώ ο Τραμπ έφτασε να ζητήσει αλλαγή ηγεσίας στην Ουκρανία.

Η αντίδραση του Ζελένσκι ήταν εντονότερη από προηγούμενες φορές. Ο Ουκρανός πρόεδρος κατηγόρησε ουσιαστικά την Ουάσιγκτον ότι κινείται προς τις ρωσικές θέσεις, ενώ οι επιθέσεις της Μόσχας συνεχίζουν να προκαλούν θανάτους αμάχων.

Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η χώρα του θα επαναλάβει τα πλήγματα εναντίον ρωσικών διυλιστηρίων. Ερωτηθείς από τον Πιρς Μόργκαν εάν πιστεύει ότι η Ουκρανία «χάνει» τις Ηνωμένες Πολιτείες, απάντησε μονολεκτικά: «Ναι».

Από την πλευρά του, ο Τραμπ δήλωσε στο Newsmax ότι ο Ζελένσκι δεν είναι κατάλληλος άνθρωπος για συνεργασία.

Ανησυχία για τους περιορισμούς στο Starshield

Η πολιτική αντιπαράθεση απέκτησε επιχειρησιακές προεκτάσεις όταν ο ουκρανικός στρατός ανέφερε αιφνίδιους και ανεξήγητους περιορισμούς στη χρήση του Starshield, της στρατιωτικής εκδοχής του δορυφορικού συστήματος Starlink.

Το δίκτυο της SpaceX του Έλον Μασκ υποστηρίζει κρίσιμες επικοινωνίες και τον συντονισμό επιχειρήσεων στο μέτωπο. Οι περιορισμοί φέρεται να επηρέασαν την εκτόξευση μη επανδρωμένων αεροσκαφών, καθώς και άλλες δραστηριότητες των ουκρανικών δυνάμεων.

Ο Μασκ άφησε να εννοηθεί ότι η αρμοδιότητα περιορισμού της χρήσης του συστήματος ανήκει στον αμερικανικό στρατό και, τελικά, στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Παράλληλα, υποστήριξε και ο ίδιος την αντικατάσταση του Ζελένσκι.

Οι αναφορές κινητοποίησαν διακομματική ομάδα Αμερικανών γερουσιαστών, η οποία ζήτησε να διερευνηθεί το ζήτημα. Για το Κίεβο, μια ενδεχόμενη απώλεια πρόσβασης σε τέτοιες υπηρεσίες θα δημιουργούσε σοβαρές δυσκολίες στον σχεδιασμό και στην εκτέλεση στρατιωτικών επιχειρήσεων.

Πού παραμένει απαραίτητη η αμερικανική συνδρομή

Το δυσμενέστερο σενάριο για την Ουκρανία θα ήταν μια ευρύτερη αναστολή της στρατιωτικής υποστήριξης από την Ουάσιγκτον.

Παρότι η ουκρανική αμυντική βιομηχανία έχει αναπτυχθεί σημαντικά, υπάρχουν δυνατότητες που δεν μπορούν εύκολα να αντικατασταθούν. Ανάμεσά τους βρίσκονται οι πληροφορίες για τον έγκαιρο εντοπισμό ρωσικών πυραυλικών επιθέσεων, αλλά και η υποστήριξη επιχειρήσεων κατά στόχων σε μεσαίες αποστάσεις.

Εξίσου κρίσιμη είναι η πρόσβαση σε αμερικανικό στρατιωτικό υλικό, ακόμη και όταν οι αγορές χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκές χώρες. Ανταλλακτικά για τα F-16, πύραυλοι κατά εχθρικών ραντάρ και κυρίως αναχαιτιστικοί πύραυλοι Patriot παραμένουν απαραίτητα για τις ουκρανικές δυνάμεις.

Η διακοπή αυτών των προμηθειών θα μπορούσε να επηρεάσει τις επιχειρήσεις στο μέτωπο και να αποδυναμώσει την προστασία των πόλεων από επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους και drones.

Ο κίνδυνος να χαθεί η έγκαιρη προειδοποίηση

Ο στρατιωτικός αναλυτής Όλεχ Κάτκοφ προειδοποιεί ότι, χωρίς τις αμερικανικές πληροφορίες, οι πολίτες ενδέχεται να μην προλαβαίνουν να φτάσουν στα καταφύγια πριν από ένα βαλλιστικό πλήγμα. Εάν, ταυτόχρονα, περιοριστούν και οι διαθέσιμοι πύραυλοι Patriot, η δυνατότητα αναχαίτισης θα υποχωρήσει ακόμη περισσότερο.

Ανάλογο προβληματισμό εκφράζει ο Νίκο Λάνγκε, πρώην αξιωματούχος του γερμανικού υπουργείου Άμυνας και συνεργάτης της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου. Όπως επισημαίνει, οι ευρωπαϊκές χώρες παρέχουν πληροφορίες στο Κίεβο, αλλά δεν διαθέτουν τη δυνατότητα να καλύψουν πλήρως το κενό που θα άφηναν οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Η αδυναμία αυτή αφορά ιδιαίτερα την προειδοποίηση για εκτοξεύσεις από τη Μαύρη Θάλασσα και για επιθέσεις με βαλλιστικούς πυραύλους.

Δύο επιθέσεις στο Κίεβο ενίσχυσαν τον προβληματισμό

Η ανησυχία εντάθηκε μετά τις αναφορές Ουκρανών αξιωματούχων ότι, σε δύο κύματα πυραυλικών επιθέσεων κατά του Κιέβου, την Τρίτη και την Τετάρτη, δεν είχαν λάβει προηγουμένως πληροφορίες από τους συμμάχους τους.

Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, οι πύραυλοι έφτασαν σχεδόν ταυτόχρονα με την ενεργοποίηση των σειρήνων. Οι ουκρανικές Αρχές αναφέρθηκαν σε απουσία ενημέρωσης από τους «εταίρους», χωρίς να διευκρινίζουν την αιτία.

Δεν έχει αποσαφηνιστεί εάν τα περιστατικά συνδέονται με κάποια αλλαγή στην ανταλλαγή πληροφοριών. Μια πιθανή εξήγηση είναι η χρήση πυραύλων S-400, που μπορούν να καλύψουν μικρές αποστάσεις με μεγάλη ταχύτητα, περιορίζοντας τον διαθέσιμο χρόνο αντίδρασης.

Άλλωστε, σύμφωνα με τους Ουκρανούς αξιωματούχους, για άλλες βαλλιστικές επιθέσεις υπήρξε κανονικά ενημέρωση. Ωστόσο, η χρονική σύμπτωση με τους περιορισμούς στο Starshield ενίσχυσε την αβεβαιότητα.

Μεγαλύτερη αυτονομία, αλλά και κρίσιμες εξαρτήσεις

Η Ουκρανία έχει πλέον διαφορετικές δυνατότητες σε σχέση με τα πρώτα χρόνια της ρωσικής εισβολής.

Μετά την επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία και την επεισοδιακή συνάντηση με τον Ζελένσκι στον Λευκό Οίκο, οι δύο πλευρές κατόρθωσαν να αποκαταστήσουν έναν δίαυλο συνεργασίας. Η αμερικανική πολιτική, ωστόσο, είχε ήδη μεταβληθεί, με την Ουάσιγκτον να απαιτεί πληρωμή για τις προμήθειες όπλων από το Κίεβο ή τους συμμάχους του.

Η ανάπτυξη της ουκρανικής αμυντικής παραγωγής περιόρισε στο μεταξύ την εξάρτηση από ορισμένα αμερικανικά συστήματα. Κατά τον Νίκο Λάνγκε, αυτό μειώνει και την πίεση που μπορεί να ασκήσει ο Τραμπ απειλώντας με διακοπή της παροχής στρατιωτικού υλικού.

Δεν σημαίνει, όμως, ότι η αμερικανική υποστήριξη μπορεί να αντικατασταθεί συνολικά.

Ιδιαίτερη αγωνία προκαλεί η διαθεσιμότητα των Patriot. Η Σολομίγια Μπομπρόφσκα, μέλος της Επιτροπής Άμυνας του ουκρανικού Κοινοβουλίου, προειδοποιεί για τις συνέπειες που θα είχε μια διακοπή προμηθειών στην αεράμυνα της χώρας.

Τα διεθνή αποθέματα έχουν περιοριστεί σημαντικά, κυρίως λόγω του πολέμου στο Ιράν, ενώ η Ουκρανία συνεχίζει να παραλαμβάνει μικρό αριθμό πυραύλων κάθε μήνα. Η ίδια ζητά αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων, ξεκαθαρίζοντας ότι η συνθηκολόγηση δεν αποτελεί επιλογή για το Κίεβο.

Το στιγμιότυπο στις Βρυξέλλες

Το κλίμα δυσπιστίας αποτυπώθηκε και στη συνέντευξη Τύπου του Ζελένσκι στο Βέλγιο, την Παρασκευή.

Όταν ρωτήθηκε εάν ο Τραμπ τον χρησιμοποιεί ως αποδιοπομπαίο τράγο για τα δικά του πολιτικά προβλήματα, ο Ουκρανός πρόεδρος χαμογέλασε και άφησε μια παρατεταμένη παύση, προκαλώντας γέλια στην αίθουσα. Στη συνέχεια πλησίασε το μικρόφωνο και είπε: «Αυτή είναι η απάντησή μου».

Η αντίδραση φανέρωσε τη δυσαρέσκειά του για την αμερικανική στάση, την οποία αυτή τη φορά δεν προσπάθησε να κρύψει.

Πολιτικό κόστος και γεωπολιτικές συνέπειες

Η έκβαση της σύγκρουσης παραμένει ανοιχτή. Ο πρώην διπλωμάτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης Μπάλαζ Γιάραμπικ εκτιμά ότι η αντιπαράθεση επιβαρύνει τόσο τους δύο προέδρους όσο και την Ευρώπη.

Η παράταση της έντασης θα μπορούσε να ευνοήσει τη Μόσχα, αποδυναμώνοντας τη συνεργασία της Ουκρανίας με τους δυτικούς συμμάχους της. Παράλληλα, μια πλήρης διακοπή της αμερικανικής βοήθειας ενδέχεται να έχει πολιτικό κόστος για τον Τραμπ, ο οποίος δέχεται επικρίσεις και από στελέχη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος.

Ο Χάρι Νεντέλκου, ανώτερο στέλεχος της Rasmussen Global, θεωρεί καθοριστικό το διάστημα μέχρι τις ενδιάμεσες εκλογές. Ο Αμερικανός πρόεδρος επιδιώκει να παρουσιάσει αποτελέσματα στη συγκράτηση των τιμών των καυσίμων, ενώ ταυτόχρονα καλείται να διαχειριστεί τις αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματός του.

Για την Ουκρανία, πάντως, το ζήτημα υπερβαίνει τις προσωπικές σχέσεις των δύο ηγετών. Το βασικό ερώτημα είναι εάν θα διατηρήσει την πρόσβαση στην επιχειρησιακή υποστήριξη που χρειάζεται για να αντιμετωπίζει τις ρωσικές επιθέσεις και να προστατεύει τον πληθυσμό της.

Πηγή: Πρώτο Θέμα