Τα σενάρια νέας επιχείρησης κατά του Ιράν, οι πιέσεις προς το Κίεβο, οι ανταγωνισμοί στη Νότια Σινική Θάλασσα και το κύμα κυβερνοεπιθέσεων στην Ιαπωνία απασχολούν τις διεθνείς αναλύσεις.
Κεντρική Εικόνα: Αρχείο
Οι πολεμικές συγκρούσεις, η ενεργειακή ασφάλεια και οι γεωπολιτικές αντιπαραθέσεις κυριαρχούν στον διεθνή Τύπο της προηγούμενης εβδομάδας. Στο Ισραήλ, η προεκλογική αντιπαράθεση διεξάγεται στη σκιά μιας ενδεχόμενης νέας στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν, ενώ στη Νότια Σινική Θάλασσα η προσπάθεια διαμόρφωσης κοινών κανόνων συναντά τις ανταγωνιστικές διεκδικήσεις των παράκτιων κρατών.
Την ίδια ώρα, η επιστροφή των Σύρων προσφύγων από το Ιράκ συνδέεται άμεσα με την ασφάλεια και την ανοικοδόμηση των περιοχών τους. Στη Βρετανία, οι ανησυχίες για ξένες παρεμβάσεις συνοδεύονται από τη συζήτηση για το μέλλον των σχέσεων με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, οι ενεργειακές επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών προκαλούν τριβές με το Κίεβο, η ένταση στην Ερυθρά Θάλασσα επαναφέρει το ζήτημα της αμερικανικής στρατιωτικής εμπλοκής και η αύξηση των κυβερνοεπιθέσεων στην Ιαπωνία αναδεικνύει τις αδυναμίες της ψηφιακής προστασίας.
Στον δυτικό Τύπο, ο Άλι Σιχάμπι υποστηρίζει ότι η στρατιωτική στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών προς τη Σαουδική Αραβία και τις κυβερνητικές δυνάμεις της Υεμένης θα μπορούσε να περιορίσει την απειλή των Χούθι, χωρίς να οδηγήσει κατ’ ανάγκην σε έναν νέο, παρατεταμένο αμερικανικό πόλεμο.
Σε άρθρο γνώμης στο Fox News, με τίτλο «Οι Χούθι δεν είναι πρόβλημα κάποιου άλλου. Η Αμερική δεν μπορεί να τους αγνοήσει» και ημερομηνία πρόσβασης την 13η Οκτωβρίου, ο Σαουδάραβας αναλυτής εκτιμά ότι οι πρόσφατες επιχειρήσεις των κυβερνητικών δυνάμεων στην περιοχή του Μπαμπ ελ Μαντέμπ δημιουργούν ευκαιρία αποδυνάμωσης των Χούθι.
Κατά την άποψή του, η αμερικανική αεροπορία θα μπορούσε να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα τις πληροφορίες που ήδη συλλέγει η Ουάσιγκτον, επιταχύνοντας τα πλήγματα κατά κινητών εκτοξευτών πυραύλων και εγκαταστάσεων μη επανδρωμένων αεροσκαφών. Προειδοποιεί επίσης ότι η διατήρηση της ισχύος των Χούθι απειλεί τη ναυσιπλοΐα στην Ερυθρά Θάλασσα και υπονομεύει την εναλλακτική ενεργειακή διαδρομή της Σαουδικής Αραβίας προς το Γιανμπού. Παράλληλα, θεωρεί ότι η διακοπή της επίθεσης εναντίον της Χοντέιντα το 2018 επέτρεψε στους Χούθι να ανασυγκροτηθούν.
Οι Financial Times συνδέουν την πίεση της Ουάσιγκτον προς τον Βολοντίμιρ Ζελένσκι με τις πολιτικές και οικονομικές συνέπειες του πολέμου κατά του Ιράν. Στο άρθρο γνώμης «Γιατί ο Τραμπ στρέφεται εναντίον του Ζελένσκι», της 13ης Οκτωβρίου, εξετάζεται η προσπάθεια του Αμερικανού Προέδρου να αποδώσει την άνοδο των τιμών των καυσίμων στα ουκρανικά πλήγματα κατά ρωσικών διυλιστηρίων. Η ανάλυση αποδίδει σημαντικό μέρος της αναστάτωσης στις ενεργειακές αγορές στην αμερικανική εκστρατεία κατά του Ιράν. Η αγορά ρωσικού ντίζελ και οι πιέσεις προς το Κίεβο εκτιμάται ότι περιορίζουν την οικονομική πίεση στη Μόσχα, εξυπηρετώντας τις προτεραιότητες του Λευκού Οίκου ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Στη Le Monde, η Στεφανί Λε Μπαρ εξετάζει την αυστηρότερη στάση του Βρετανού Πρωθυπουργού Άντι Μπέρναμ απέναντι στο Ιράν και τη Ρωσία. Η ανάλυση της 13ης Οκτωβρίου, με τίτλο «Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι κατηγορίες του Πρωθυπουργού προς το Ιράν και τη Ρωσία», αναφέρεται στις απειλές κατά στρατιωτικών εγκαταστάσεων και στις ανησυχίες για ξένες παρεμβάσεις. Στο επίκεντρο βρίσκονται το περιστατικό κοντά σε βρετανική στρατιωτική βάση στα τέλη Σεπτεμβρίου και η συζήτηση για ενδεχόμενη ρωσική ανάμειξη στο δημοψήφισμα του Brexit. Η δημοσιογράφος διακρίνει τις πολιτικές καταγγελίες από τα οριστικά ερευνητικά πορίσματα.
Το μέλλον των σχέσεων του Ηνωμένου Βασιλείου με την Ευρωπαϊκή Ένωση απασχολεί και την εφημερίδα The Guardian. Στην ανάλυση «Θα μπορούσε ο Μπέρναμ να οδηγήσει τη Βρετανία ξανά προς την Ευρωπαϊκή Ένωση;», που δημοσιεύτηκε στις 13 Οκτωβρίου, εξετάζεται η προθυμία του Βρετανού Πρωθυπουργού να ανοίξει μια μακροπρόθεσμη συζήτηση για την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας, αναγνωρίζοντας ολοένα περισσότερο τις αρνητικές συνέπειες του Brexit.
Το δημοσίευμα δεν παρουσιάζει συγκεκριμένο σχέδιο επανένταξης. Η επιστροφή στην ενιαία αγορά ή στην τελωνειακή ένωση εξακολουθεί να προσκρούει σε σημαντικά πολιτικά εμπόδια, ενώ η πλήρης επανένταξη θα απαιτούσε πιθανότατα νέο δημοψήφισμα.
Παρά την αυξανόμενη απογοήτευση για τις συνέπειες του Brexit, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις παραμένουν επιφυλακτικές απέναντι σε μια επαναπροσέγγιση χωρίς σαφείς δεσμεύσεις. Η συζήτηση συνδέεται με τις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές ισορροπίες και την ανάγκη στενότερης συνεργασίας στην ενέργεια, το εμπόριο και την ασφάλεια.
Στον Τύπο της Μέσης Ανατολής, η επιστροφή των Σύρων προσφύγων από το Ιράκ βρίσκεται στο επίκεντρο δημοσιεύματος της Αβίν Καρίμ στην εφημερίδα The National. Το άρθρο, με τίτλο «Η ανοικοδόμηση της βορειοανατολικής Συρίας είναι καθοριστική για την επιστροφή των προσφύγων από το Ιράκ», δημοσιεύτηκε στις 15 Οκτωβρίου και αναδεικνύει την ανοικοδόμηση, ιδίως των κουρδικών περιοχών, ως βασική προϋπόθεση για τις επιστροφές.
Διαβάστε επίσης:
- Flydubai: Ο συγκυβερνήτης επιτέθηκε με τσεκούρι στον πιλότο – «Τρομοκρατική ενέργεια» βλέπουν τα ΗΑΕ
- Νέο πλήγμα σε δεξαμενόπλοιο στα Στενά του Ορμούζ, δεύτερη επίθεση μέσα σε λίγες ώρες
Ο εκπρόσωπος της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες στο Ιράκ, Τόμπι Χάργουορντ, αναφέρει ότι η χώρα φιλοξενεί περισσότερους από 300.000 Σύρους πρόσφυγες, με το 85% να διαμένει στην Περιφέρεια του Κουρδιστάν.
Ο ρυθμός των επιστροφών έχει επιβραδυνθεί λόγω της ανασφάλειας, των περιορισμένων οικονομικών ευκαιριών και των εντάσεων γύρω από τη συμφωνία ενσωμάτωσης μεταξύ της Δαμασκού και των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων. Επιπλέον, πολλοί πρόσφυγες έχουν πλέον δημιουργήσει επαγγελματική και οικογενειακή ζωή στο Ιράκ.
Το δημοσίευμα αναφέρεται και στο εκκρεμές ζήτημα των εκτοπισμένων Γιαζίντι στο Σιντζάρ, όπου η παρουσία ανταγωνιστικών ενόπλων ομάδων και η αργή εφαρμογή της σχετικής συμφωνίας δυσχεραίνουν την επιστροφή τους.
Στο Ισραήλ, η συντακτική ομάδα της The Jerusalem Post ζητεί η προεκλογική αντιπαράθεση να επικεντρωθεί στα ουσιαστικά προβλήματα της χώρας. Στο κύριο άρθρο της 15ης Οκτωβρίου, με τίτλο «Οι ισραηλινές προεκλογικές εκστρατείες πρέπει να αφήσουν τα πολιτικά τεχνάσματα και να αντιμετωπίσουν τα κρίσιμα ζητήματα», καλεί τα κόμματα να παρουσιάσουν συγκεκριμένες θέσεις για τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι πολίτες.
Η εφημερίδα επικρίνει τόσο την κυβερνητική παράταξη, η οποία παρουσιάζει τους αντιπάλους της ως απειλή για την ασφάλεια, όσο και την αντιπολίτευση, που επικεντρώνεται κυρίως στις ευθύνες του Μπενιαμίν Νετανιάχου για την 7η Οκτωβρίου 2023.
Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράζεται για το ενδεχόμενο νέας στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν πριν από τις εκλογές της 27ης Οκτωβρίου, η οποία θα μπορούσε να οδηγήσει ακόμη και σε αναβολή της ψηφοφορίας. Παράλληλα, ζητούνται συγκεκριμένες προτάσεις για την εκπαίδευση, τη στρατιωτική θητεία, τη μετανάστευση, τη Δυτική Όχθη και τη βία των εποίκων.
Στην Ασία, οι δυσκολίες συμφωνίας για έναν δεσμευτικό κώδικα συμπεριφοράς στη Νότια Σινική Θάλασσα αναλύονται από την Ουσάρ Ντανιέλε στη South China Morning Post. Στο άρθρο «Θα παραμείνει άπιαστος ο κώδικας συμπεριφοράς στη Νότια Σινική Θάλασσα;», της 14ης Οκτωβρίου, επισημαίνεται ο κίνδυνος οι διαπραγματεύσεις μεταξύ της Κίνας και των χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας να καταλήξουν σε συμφωνία περιορισμένης πρακτικής αξίας.
Περισσότερες από τρεις δεκαετίες μετά την αρχική διατύπωση της πρότασης, η ολοκλήρωση των συνομιλιών έως το τέλος του 2026 εξακολουθεί να συναντά εμπόδια.
Επικαλούμενη αναλυτές που συμμετείχαν σε συνέδριο στην Κουάλα Λουμπούρ, η δημοσιογράφος σημειώνει ότι η βασική διαφωνία αφορά τον δεσμευτικό χαρακτήρα των κανόνων και τη σχέση τους με τις ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις της Κίνας, της Μαλαισίας, του Βιετνάμ, του Μπρουνέι και των Φιλιππίνων.
Σύμφωνα με την ανάλυση, μια συμφωνία που θα επιχειρούσε να επιλύσει ζητήματα κυριαρχίας δύσκολα θα εξασφάλιζε την αποδοχή όλων των πλευρών. Αντίθετα, σαφείς κανόνες για την αποτροπή επεισοδίων στη θάλασσα θα μπορούσαν να συμβάλουν ουσιαστικότερα στην περιφερειακή σταθερότητα.
- Financial Times: Τρία μέτωπα και ένα μοιραίο λάθος – Ο κίνδυνος ενός Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου
- Συναγερμός στις ΗΠΑ: Κίνδυνος έλλειψης πυραύλων Patriot και THAAD μέχρι το 2030
Η αύξηση των κυβερνοεπιθέσεων στην Ιαπωνία απασχολεί την Κάθριν Θόρμπεκ σε άρθρο γνώμης στην εφημερίδα The Straits Times. Στο κείμενο «Πρώτα οι τράπεζες, τώρα μια αλυσίδα καραόκε; Το κυβερνοέγκλημα γίνεται καθημερινότητα», που δημοσιεύτηκε στις 14 Οκτωβρίου, αναδεικνύονται οι αδυναμίες των παραδοσιακών συστημάτων ψηφιακής ασφάλειας απέναντι σε απειλές που ενισχύονται από την τεχνητή νοημοσύνη.
Η αρθρογράφος θεωρεί ότι το ανησυχητικό στοιχείο είναι κυρίως η έκταση των περιστατικών και η ποικιλία των στόχων. Μεταξύ των επιχειρήσεων που έχουν πληγεί περιλαμβάνονται χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, εταιρείες τεχνολογίας, σιδηροδρομικές υπηρεσίες, αλυσίδες καταστημάτων και επιχειρήσεις ψυχαγωγίας.
Η επικεφαλής του αρμόδιου οργάνου κυβερνοασφάλειας του κυβερνώντος Φιλελεύθερου Δημοκρατικού Κόμματος περιέγραψε την κατάσταση ως έκτακτη ανάγκη στον κυβερνοχώρο.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του δημοσιεύματος, μεταξύ Ιουλίου 2025 και Ιουνίου 2026 οι επιθέσεις με λυτρισμικό μειώθηκαν διεθνώς κατά 3%, ενώ στην Ιαπωνία αυξήθηκαν κατά 67%. Η Θόρμπεκ εκτιμά ότι η αντιμετώπιση των νέων απειλών αποκλειστικά με παλαιότερες τεχνολογίες προστασίας είναι ανεπαρκής.
Στον ρωσικό Τύπο, ο Μαξίμ Γιούσιν εκτιμά ότι η νέα κρίση στις σχέσεις Κιέβου και Ουάσιγκτον ενδέχεται να οδηγήσει την ουκρανική ηγεσία σε στρατηγική αναμονής μέχρι την αποχώρηση του Ντόναλντ Τραμπ από την αμερικανική προεδρία.
Στο σχόλιο «Στόχος είναι να αντέξουν μέχρι να φύγει ο Τραμπ», που δημοσιεύτηκε στις 13 Οκτωβρίου στην Kommersant, εξετάζονται η ανησυχία που προκάλεσαν στο Κίεβο οι αμερικανικές δηλώσεις για τη διεξαγωγή ουκρανικών εκλογών και οι πληροφορίες περί πιέσεων για τον τερματισμό των επιθέσεων κατά ρωσικών διυλιστηρίων.
Ο Ρώσος σχολιαστής επισημαίνει ότι ο Λευκός Οίκος διαθέτει σημαντικά μέσα πίεσης, όπως ο περιορισμός της ανταλλαγής πληροφοριών και η μείωση των παραδόσεων οπλικών συστημάτων. Κατά την εκτίμησή του, η ουκρανική ηγεσία καλείται να διατηρήσει την αμερικανική υποστήριξη χωρίς να εγκαταλείψει στρατιωτικές επιλογές που θεωρεί κρίσιμες για την άμυνά της.
Από την ουκρανική πλευρά, οι Κρις Γιορκ και Γιόνας Χάινς καταγράφουν στην The Kyiv Independent τις αντιδράσεις στην απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να επιτρέψει την αγορά ρωσικού ντίζελ και να επικρίνει τα ουκρανικά πλήγματα κατά ρωσικών διυλιστηρίων.
Το δημοσίευμα «Εξοργισμένοι με τη συμφωνία Τραμπ για το ρωσικό ντίζελ; Δείτε πώς μπορείτε να βοηθήσετε την Ουκρανία να πλήξει τη Ρωσία», με ημερομηνία πρόσβασης τη 16η Οκτωβρίου, αναδεικνύει την αντίφαση ανάμεσα στην προσπάθεια του Κιέβου να περιορίσει τα έσοδα που χρηματοδοτούν τη ρωσική πολεμική μηχανή και στην επιδίωξη των Ηνωμένων Πολιτειών να συγκρατήσουν τις διεθνείς τιμές των καυσίμων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στα ουκρανικά πλήγματα κατά ενεργειακών εγκαταστάσεων, τα οποία το Κίεβο αντιμετωπίζει ως μέσο οικονομικής πίεσης προς τη Μόσχα.
Το άρθρο έχει παρεμβατικό χαρακτήρα και απευθύνεται σε αναγνώστες που επιθυμούν να ενισχύσουν την ουκρανική πολεμική προσπάθεια. Αντανακλά την αυξανόμενη δυσαρέσκεια για τις αμερικανικές ενεργειακές επιλογές και την ανησυχία ότι η προσπάθεια σταθεροποίησης των διεθνών αγορών ενδέχεται να αποδυναμώσει την πίεση προς τη Ρωσία.
Πηγές: Fox News, Financial Times, Le Monde, The Guardian, The National, The Jerusalem Post, South China Morning Post