Πενήντα δύο χρόνια έχουν περάσει από την τελευταία τεκμηριωμένη παραίτηση εν ενεργεία Αμερικανού πρέσβη στην Ελλάδα, με την υπόθεση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ να επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ιδιαίτερα σπάνιο γεγονός στην ιστορία των ελληνοαμερικανικών διπλωματικών σχέσεων.
Το προηγούμενο εντοπίζεται στο καλοκαίρι του 1974, όταν ο τότε πρέσβης των Ηνωμένων Πολιτειών στην Αθήνα, Χένρι Τάσκα, αποχώρησε από τη θέση του εν μέσω της κυπριακής τραγωδίας, της κατάρρευσης της στρατιωτικής δικτατορίας και μιας από τις σοβαρότερες κρίσεις στις σχέσεις Αθήνας και Ουάσιγκτον.
Ο Τάσκα είχε αναλάβει τα καθήκοντά του τον Ιανουάριο του 1970, επί προεδρίας Ρίτσαρντ Νίξον, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα βρισκόταν υπό τη διακυβέρνηση της χούντας. Η παρουσία του στην Αθήνα συνέπεσε με τις προσπάθειες της αμερικανικής κυβέρνησης να διατηρήσει τη στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, παρά τις αντιδράσεις που προκαλούσε διεθνώς το δικτατορικό καθεστώς.
Το καλοκαίρι του 1974, το πραξικόπημα εναντίον του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου στην Κύπρο, η τουρκική εισβολή που ακολούθησε και η πτώση της δικτατορίας στην Ελλάδα δημιούργησαν ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό και διπλωματικό περιβάλλον. Η αμερικανική πολιτική απέναντι στις εξελίξεις στην Κύπρο είχε προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στην ελληνική κοινή γνώμη, ενώ η κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή επιχειρούσε να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της χώρας με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στις 13 Αυγούστου 1974, ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζέραλντ Φορντ, επέλεξε τον Τζακ Κούμπις για να διαδεχθεί τον Χένρι Τάσκα. Δύο ημέρες αργότερα, η γαλλική εφημερίδα Le Monde ανέφερε ότι ο Αμερικανός πρέσβης είχε μόλις παραιτηθεί από τη θέση του. Σύμφωνα με το επίσημο ιστορικό αρχείο του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών, η διπλωματική αποστολή του Τάσκα ολοκληρώθηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1974.
Η αποχώρησή του δεν αποτέλεσε μια συνηθισμένη αλλαγή διπλωματικής εκπροσώπησης. Σε μεταγενέστερο ιστορικό δημοσίευμά της, η Washington Post συνέδεσε την αιφνίδια αποχώρηση και την παραίτησή του από τη διπλωματική υπηρεσία με τις διαφωνίες που είχαν προκύψει σχετικά με την ανατροπή του Μακαρίου και τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα. Το επεισόδιο αποτυπώνει το βάθος της κρίσης που είχε δημιουργηθεί εκείνη την περίοδο ανάμεσα στην Αθήνα και την Ουάσιγκτον.
Η δεύτερη μεγάλη διπλωματική κρίση του 1977
Τρία χρόνια αργότερα, οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις δοκιμάστηκαν εκ νέου, αυτή τη φορά εξαιτίας του διορισμού ενός νέου Αμερικανού πρέσβη. Το 1977, η κυβέρνηση Κωνσταντίνου Καραμανλή αντέδρασε στην επιλογή του Γουίλιαμ Σόφελε για την αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, έπειτα από δηλώσεις του για το Αιγαίο κατά τη διαδικασία εξέτασης του διορισμού του από τη Γερουσία των ΗΠΑ.
Ο Σόφελε είχε τοποθετηθεί για τις ελληνοτουρκικές διαφορές και τη γεωγραφική θέση των ελληνικών νησιών κοντά στις τουρκικές ακτές, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις στην Αθήνα. Η ελληνική κυβέρνηση θεώρησε ότι οι δηλώσεις αυτές υπονόμευαν τη δυνατότητά του να ασκήσει αποτελεσματικά τα καθήκοντά του και ζήτησε από την Ουάσιγκτον να επανεξετάσει την επιλογή της.
Στις 7 Δεκεμβρίου 1977, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών απέσυρε την υποψηφιότητά του. Ο Σόφελε δεν ανέλαβε ποτέ καθήκοντα στην Ελλάδα. Επρόκειτο για μια σημαντική διπλωματική σύγκρουση, όχι όμως για παραίτηση εν ενεργεία πρέσβη, γεγονός που διαφοροποιεί τη συγκεκριμένη υπόθεση από εκείνη του Τάσκα.
Η ιστορική σύγκριση με την υπόθεση Γκιλφόιλ
Η σημερινή υπόθεση της Κίμπερλι Γκιλφόιλ επαναφέρει το ζήτημα της αποχώρησης ενός Αμερικανού πρέσβη από την Αθήνα υπό έκτακτες συνθήκες. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που δημοσιοποιήθηκαν στις 13 Οκτωβρίου, ο Λευκός Οίκος ζήτησε την παραίτησή της, ενώ αμερικανικά μέσα μετέδωσαν ότι η πρέσβης υπέβαλε την παραίτησή της, στον απόηχο καταγγελιών που αφορούν τη συμπεριφορά της και τις οποίες η ίδια αρνείται.
Η σύγκριση με το 1974 έχει πρωτίστως ιστορικό χαρακτήρα, καθώς οι συνθήκες είναι εντελώς διαφορετικές. Η αποχώρηση Τάσκα σημειώθηκε σε μια περίοδο πολεμικής σύγκρουσης στην Κύπρο, πολιτικής μετάβασης στην Ελλάδα και βαθιάς κρίσης των διμερών σχέσεων. Αντίθετα, η υπόθεση Γκιλφόιλ αφορά καταγγελίες σε βάρος της ίδιας της διπλωματικής εκπροσώπου και τη διαχείρισή τους από την αμερικανική κυβέρνηση.
Από το 1974 έως σήμερα, οι Αμερικανοί πρέσβεις στην Αθήνα αποχωρούσαν κατά κανόνα με την ολοκλήρωση της αποστολής τους ή στο πλαίσιο αλλαγών στην πολιτική ηγεσία των Ηνωμένων Πολιτειών. Με βάση τα διαθέσιμα ιστορικά στοιχεία, δεν εντοπίζεται άλλη αντίστοιχη τεκμηριωμένη παραίτηση εν ενεργεία Αμερικανού πρέσβη στην Ελλάδα στο διάστημα που μεσολάβησε.
Η περίπτωση του Χένρι Τάσκα παραμένει συνεπώς το σημαντικότερο ιστορικό προηγούμενο μιας τέτοιας αποχώρησης, με τη βασική διαφορά ότι πριν από 52 χρόνια η παραίτηση συνδέθηκε με τις σοβαρότερες γεωπολιτικές αναταράξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, ενώ σήμερα το ενδιαφέρον επικεντρώνεται στις καταγγελίες εναντίον της επικεφαλής της αμερικανικής διπλωματικής αποστολής στην Αθήνα.
Πηγή: Πρώτο Θέμα