Τηλεόραση Ραδιόφωνο Podcasts
τουρκυπριακες περιουσιες
*Φωτογραφία Αρχείου

Δεν προέκυψε μαρτυρία που να δικαιολογεί την ποινική δίωξη σε υπόθεση καταγγελιών για φερόμενη εμπλοκή κτηματομεσιτικών επιχειρήσεων σε παράνομες δραστηριότητες με ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα, με αποτέλεσμα την αρχειοθέτησή της, σύμφωνα με ανακοίνωση του Συνδέσμου Κτηματομεσιτών Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΚΕΚ), την Τρίτη.

Αστυνομική πηγή ανέφερε επίσης στο ΚΥΠΕ ότι η συγκεκριμένη υπόθεση διερευνήθηκε από την Αστυνομία και στη συνέχεια αρχειοθετήθηκε από τη Νομική Υπηρεσία, καθώς δεν εξασφαλίστηκε επαρκής μαρτυρία για την άσκηση ποινικής δίωξης.

Στην ανακοίνωσή του, ο ΣΚΕΚ αναφέρει ότι «σύμφωνα με επίσημη ενημέρωση του Αρχηγείου Αστυνομίας, η ποινική διερεύνηση ολοκληρώθηκε και, μετά την αξιολόγηση του μαρτυρικού υλικού από τη Νομική Υπηρεσία, δόθηκαν οδηγίες για αρχειοθέτηση της υπόθεσης, καθώς δεν προέκυψε μαρτυρία που να δικαιολογεί ποινική δίωξη».

Ο Σύνδεσμος σημειώνει ότι οι αρχικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι συνδέθηκαν και με καταγγελία που είχε δημοσιοποιήσει το Συμβούλιο Εγγραφής Κτηματομεσιτών τον Μάιο του 2025, είχαν τύχει ευρείας δημοσιότητας, δημιουργώντας σοβαρές αρνητικές εντυπώσεις τόσο για συγκεκριμένες επιχειρήσεις όσο και για τον κτηματομεσιτικό κλάδο ευρύτερα.

Δείτε στην επικαιρότητα:

 

Ο ΣΚΕΚ αναφέρει ότι σέβεται την ελευθερία του Τύπου και τη δημοσιογραφική έρευνα, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι αυτή πρέπει να συνοδεύεται από αντικειμενική, ισορροπημένη και επικαιροποιημένη ενημέρωση. Παράλληλα, καλεί τα Μέσα Ενημέρωσης που είχαν δημοσιεύσει ή αναπαραγάγει τους αρχικούς ισχυρισμούς να ενημερώσουν το κοινό για την κατάληξη της υπόθεσης.

Ο Σύνδεσμος σημειώνει ακόμη ότι υποστηρίζει τη διερεύνηση κάθε τεκμηριωμένης καταγγελίας και την εφαρμογή της νομοθεσίας, επισημαίνοντας ταυτόχρονα την ανάγκη σεβασμού του τεκμηρίου της αθωότητας, της επαγγελματικής φήμης και του δικαιώματος του κοινού στην πλήρη και αντικειμενική ενημέρωση.

«Δεν μπορεί να υπάρχει εκτεταμένη δημοσιότητα για μια καταγγελία και σιωπή για την επίσημη κατάληξή της» αναφέρει, προσθέτοντας ότι «η αποκατάσταση της αλήθειας αποτελεί ζήτημα δημοσιογραφικής δεοντολογίας, θεσμικής ευθύνης και σεβασμού προς την κοινωνία»