Μήπως, τελικά, το μυστικό της καλής γονεϊκότητας δεν βρίσκεται στην τελειότητα, αλλά στη συναισθηματική σύνδεση και την αποδοχή των ατελειών μας;
Γράφει η Αλεξάνδρα Ζαπίτη – Εγγεγραμμένη Σχολική Ψυχολόγος (Α.Μ. 941)
Ζούμε σε μια εποχή όπου οι απαιτήσεις της καθημερινότητας, οι επαγγελματικές και οικονομικές υποχρεώσεις και οι γρήγοροι ρυθμοί ζωής μάς δημιουργούν συχνά την ανάγκη να προσφέρουμε ολοένα και περισσότερα στα παιδιά μας. Μέσα σε αυτή τη διαρκή προσπάθεια, όμως, γεννιέται ένα ουσιαστικό ερώτημα: Τι είναι αυτό που πραγματικά χρειάζεται ένα παιδί από τον γονέα του;
Συχνά ταυτίζουμε τη γονεϊκή προσφορά με τα υλικά αγαθά και τις ευκαιρίες που μπορούμε να εξασφαλίσουμε, παραμελώντας άθελά μας τον συναισθηματικό κόσμο των παιδιών μας.
Ένα παιδί, όμως, χρειάζεται να αισθάνεται ότι το ακούμε, το κατανοούμε και το αποδεχόμαστε. Χρειάζεται στιγμές ουσιαστικής σύνδεσης, μια αγκαλιά, μια συζήτηση, αναμνήσεις που δεν αγοράζονται με χρήματα.
Ο John Bowlby, μέσα από τη θεωρία του δεσμού, ανέδειξε τη σημασία της συναισθηματικής διαθεσιμότητας του γονέα για την ανάπτυξη της ασφάλειας και της εμπιστοσύνης του παιδιού.
Παράλληλα, η αγάπη χρειάζεται να συνυπάρχει με σταθερά όρια, όχι ως επίδειξη δύναμης, αλλά ως μέσο ασφάλειας και καθοδήγησης. Η κατανόηση των συναισθημάτων ενός παιδιού δεν σημαίνει ότι ικανοποιούμε κάθε του επιθυμία.
Αντίστοιχα, στην προσπάθειά μας να το προστατεύσουμε από κάθε δυσκολία, συχνά σπεύδουμε να επιλύσουμε τα προβλήματά του, περιορίζοντας άθελά μας τις ευκαιρίες του να αναπτύξει αυτονομία και εμπιστοσύνη στις δυνατότητές του.
Ο ρόλος μας δεν είναι να απομακρύνουμε κάθε εμπόδιο από τον δρόμο του, αλλά να του δώσουμε τα εφόδια να το αντιμετωπίσει.
Αξίζει, επίσης, να αναρωτηθούμε αν κάποιες φορές η υπερβολική μας προσφορά αποτελεί έναν τρόπο να διαχειριστούμε τις δικές μας ενοχές για τον περιορισμένο χρόνο που περνάμε με τα παιδιά μας. Η αναγνώριση αυτών των συναισθημάτων αποτελεί σημαντικό βήμα προς μια πιο συνειδητή γονεϊκότητα.
Ο Donald Winnicott, μέσα από την έννοια της «αρκετά καλής μητέρας», ανέδειξε ότι ένα παιδί δεν χρειάζεται έναν αλάνθαστο γονέα, αλλά έναν άνθρωπο που ανταποκρίνεται με ευαισθησία στις ανάγκες του και του επιτρέπει σταδιακά να αναπτύξει την αυτονομία του.
Ίσως, λοιπόν, ο «τέλειος» γονέας να μην είναι εκείνος που δεν κάνει ποτέ λάθη, αλλά εκείνος που τα αναγνωρίζει, κατανοεί τις επιπτώσεις τους και προσπαθεί να επανορθώσει.
Εάν θέλουμε τα παιδιά μας να αναλαμβάνουν την ευθύνη των πράξεών τους και να ζητούν συγγνώμη, χρειάζεται πρώτα να τους το δείξουμε μέσα από τη δική μας συμπεριφορά. Μια ειλικρινής συγγνώμη δεν μειώνει το κύρος μας ως γονείς, αλλά διδάσκει τον σεβασμό και τη συναισθηματική ωριμότητα.
Άλλωστε, όπως αναδεικνύεται και μέσα από την προσέγγιση του Carl Rogers, η ενσυναίσθηση, η αυθεντικότητα και η αποδοχή αποτελούν θεμέλια μιας ουσιαστικής ανθρώπινης σχέσης.
Επιπρόσθετα, η σύγχρονη γονεϊκότητα απαιτεί, επίσης, προσαρμοστικότητα και διάθεση να κατανοήσουμε τον κόσμο μέσα στον οποίο μεγαλώνουν τα παιδιά μας, μειώνοντας την απόσταση ανάμεσα στις γενιές. Γιατί, καθώς μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, μεγαλώνουμε και εμείς μαζί τους.
Τελικά, ο τέλειος γονέας ίσως να μην υπάρχει. Υπάρχει, όμως, εκείνος που προσπαθεί συνειδητά, που ακούει, θέτει όρια με αγάπη, αναγνωρίζει τα λάθη του και είναι πρόθυμος να εξελιχθεί.
Και ίσως, χρόνια αργότερα, αυτό που θα θυμούνται περισσότερο τα παιδιά μας να μην είναι όσα τους προσφέραμε υλικά, αλλά το πώς τα κάναμε να αισθάνονται δίπλα μας.
Γιατί τα παιδιά μας δεν χρειάζονται τέλειους γονείς. Χρειάζονται γονείς συναισθηματικά παρόντες, αυθεντικούς και πρόθυμους να μεγαλώσουν μαζί τους.