Ένα καθημερινό, αθόρυβο αλλά δραματικό Γολγοθά καλούνται να ανέβουν δεκάδες οικογένειες στην Κύπρο, οι οποίες βλέπουν τη ζωή τους να ανατρέπεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Όταν η μοίρα χτυπά την πόρτα με ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας, η μετάβαση στο εξωτερικό για εξειδικευμένες θεραπείες καθίσταται μονόδρομος. Ωστόσο, πίσω από την ιατρική μάχη κρύβεται ένας άλλος, εξίσου επίπονος αγώνας: αυτός της επιβίωσης, της οικονομικής εξαθλίωσης και της αντιμετώπισης της κρατικής αναλγησίας.
Στη σκιά των όσων είδαν το φως της δημοσιότητας κατά τη συζήτηση στο κοινοβούλιο, η επίκληση του «φόρτου εργασίας» από πλευράς του Υπουργείου Υγείας ως δικαιολογία για τις καθυστερήσεις στις διεκπεραιώσεις των υποθέσεων προκαλεί οργή και απογοήτευση. Όπως τονίζουν οι εκπρόσωποι των οργανωμένων συνόλων και των εθελοντών, το πρόβλημα δεν είναι ατομικό, καθώς οι αρμόδιοι λειτουργοί καταβάλλουν συχνά ανθρώπινες προσπάθειες, αλλά βαθιά θεσμικό. Όταν οικογένειες περιμένουν επί εβδομάδες ή και μήνες για την καταβολή των επιδομάτων που δικαιούνται βάσει νομοθεσίας, η καθυστέρηση αυτή δεν είναι απλώς γραφειοκρατική, αλλά ζήτημα επιβίωσης.
Ενώ το κράτος, μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καλύπτει τα αμιγώς ιατροφαρμακευτικά έξοδα των νοσηλειών, το οικονομικό βάρος που καλούνται να σηκώσουν οι ασθενείς και οι συνοδοί τους από τη στιγμή που θα πατήσουν το πόδι τους εκτός σπιτιού είναι δυσβάσταχτο. Για έναν ανοσοκατασταλμένο ασθενή ή ένα παιδί που οδεύει για μεταμόσχευση, η τήρηση αυστηρών υγειονομικών πρωτοκόλλων είναι όρος ζωής. Αυτό μεταφράζεται σε ανάγκη για γρήγορη πρόσβαση και χρήση ειδικών αιθουσών στα αεροδρόμια, αγορά πρόσθετων κενών θέσεων στο αεροπλάνο για αποφυγή συνωστισμού, καθώς και επιλογή ακριβότερων, ελεγμένων μέσων μεταφοράς. Παράλληλα, οι θεραπείες πραγματοποιούνται συχνά σε πανάκριβες ευρωπαϊκές μητροπόλεις όπως το Παρίσι ή το Βερολίνο, όπου ο συνοδός αναγκάζεται να νοικιάζει ξεχωριστή στέγη, ενώ η ανάγκη για ασφαλή διατροφή αυξάνει κατακόρυφα το καθημερινό κόστος.
Η αναχώρηση για το εξωτερικό γίνεται συνήθως μέσα σε λίγες ώρες, με αποτέλεσμα οι οικογένειες να καλούνται να διαχειριστούν μια χαοτική πραγματικότητα. Ελεύθεροι επαγγελματίες και μισθωτοί εγκαταλείπουν τις εργασίες τους χωρίς να γνωρίζουν πότε θα επιστρέψουν ή αν θα έχουν εισόδημα, ενώ πίσω στην Κύπρο οι δόσεις των δανείων, οι λογαριασμοί κοινής ωφελείας και τα δημοτικά τέλη συνεχίζουν να τρέχουν. Συγχρόνως, πίσω μένουν συχνά άλλα ανήλικα παιδιά, με την οικογένεια να καλείται να διαχειριστεί την απόσταση, την αγωνία και τον οικογενειακό διχασμό.
Οι εθελοντές και οι γονείς δεν ζητούν χάρες, ούτε παράκαμψη νόμιμων διαδικασιών, αλλά ζητούν το αυτονόητο: ένα κράτος πρόνοιας που θα στέκεται αρωγός και όχι θεατής. Η επίκληση της αλληλεγγύης της οικογένειας και των οργανωμένων συνόλων δεν μπορεί να αποτελεί την μόνιμη ασπίδα του κράτους για να καλύπτει τις δικές του ελλείψεις. Η Πολιτεία οφείλει να δώσει άμεσες, δομικές λύσεις, διασφαλίζοντας ότι κανένας ασθενής δεν θα νιώθει απλήρωτος, αβοήθητος και στο έλεος του θεού την ώρα της πιο μεγάλης του μάχης.