Η λανθασμένη δημοσιοποίηση στοιχείων στις δηλώσεις πόθεν έσχες των βουλευτών, που αφορούσαν περιουσιακά δεδομένα συζύγων και τέκνων και δεν προβλέπονταν από τη νομοθεσία, άνοιξε νέο κύκλο συζητήσεων για τη λειτουργικότητα και την αποτελεσματικότητα του θεσμού.
Μιλώντας στον ΑΝΤ1, ο νομικός Αχιλλέας Αιμιλιανίδης εκτιμά ότι το ισχύον νομικό πλαίσιο δεν εξυπηρετεί επαρκώς τον βασικό του στόχο, δηλαδή την αποτροπή της πολιτικής διαφθοράς. Όπως υποστηρίζει, δίνεται υπερβολική έμφαση στις καταγγελίες από τρίτους, αντί στη συστηματική διερεύνηση των περιουσιακών στοιχείων.
«Στην πράξη έχει διαφανεί ότι η δημοσιοποίηση απολήγει να είναι μια συζήτηση εν είδει κουτσομπολιού για το ποιοι είναι πλούσιοι και φτωχοί, παρά να εκπληρώνει τον στόχο της καταγγελίας, η οποία να οδηγεί σε ολοκληρωμένη διερεύνηση για το εάν κάποιος απέκτησε περιουσιακά στοιχεία με ύποπτο τρόπο», ανέφερε.
Ο κ. Αιμιλιανίδης θέτει, παράλληλα, ζήτημα για το μοντέλο αξιολόγησης των δηλώσεων από πολιτικά πρόσωπα, υποστηρίζοντας ότι δεν αποτελεί την πλέον λειτουργική λύση.
«Είναι για αυτό το λόγο που και σε άλλες χώρες έχει αυτό το σύστημα αντικατασταθεί ουσιαστικά από επιτροπές οι οποίες αποτελούνται από μόνιμους δικαστικούς, ανακριτές ή άλλα πρόσωπα τα οποία σε συνδυασμό με τον Έφορο Φορολογίας που ήδη μπήκε στην τελευταία νομοθεσία και σωστά μπήκε, θα μπορούσαν να αναλάβουν αυτή την ευθύνη», σημείωσε.
Διαφορετική είναι η προσέγγιση του Δημήτρη Δημητρίου, μέλους της Επιτροπής Πόθεν Έσχες της Βουλής και προέδρου της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών.
Ο κ. Δημητρίου, με δήλωση στον ΑΝΤ1, υποστηρίζει ότι ο νόμος, όπως έχει διαμορφωθεί, είναι σαφώς βελτιωμένος, χαρακτηρίζοντας το ισχύον πλαίσιο ένα από τα αυστηρότερα στην Ευρώπη.
«Προφανώς έχει γίνει ένα λάθος ολκής από τις υπηρεσίες της Βουλής το οποίο διερευνάται, αλλά θεωρώ πως θα ήταν άδικο, αν αυτό το συνδέαμε, με την προσπάθεια που έγινε και με τον νόμο για το πόθεν έσχες», δήλωσε.
Ο ίδιος διαβεβαιώνει ότι τα προβλήματα που εντοπίστηκαν κατά την πρώτη ουσιαστική εφαρμογή του νόμου θα αντιμετωπιστούν πριν από την επόμενη δημοσιοποίηση των δηλώσεων.
«Όπως για παράδειγμα το ότι η δημοσιοποίηση να γίνεται τριάντα μέρες μετά την κατάθεση. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να δημοσιοποιούνται οι δηλώσεις σταδιακώς και να δημιουργούνται λανθασμένες εντυπώσεις», εξήγησε.
Υπενθυμίζεται ότι η πρόεδρος της Βουλής, Αννίτα Δημητρίου, διέταξε έρευνα για τη λανθασμένη δημοσιοποίηση στοιχείων που δεν προβλέπονταν από τη νομοθεσία.